Μετάφραση του "avancer" σε Ελληνικά

Οι προχωρώ, αναπτύσσω, προάγω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "avancer" σε Ελληνικά.

avancer verb γραμματική

marcher (pour le travail ou les affaires)

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • προχωρώ

    verb

    Elles ont été établies dans les régions qui bénéficient des approches les plus avancées.

    Ιδρύθηκαν στις περιοχές εκείνες όπου η προσέγγιση έχει προχωρήσει περισσότερο.

  • αναπτύσσω

    verb

    En matière de climat, la coopération entre les centres de recherche est bien avancée.

    Η συνεργασία των ερευνητικών κέντρων για θέματα του κλίματος έχει αναπτυχθεί ικανοποιητικά.

  • προάγω

    verb

    Le montage obligatoire d’autres dispositifs de sécurité avancés ne devrait initialement s’appliquer qu’aux poids lourds.

    Η υποχρεωτική εγκατάσταση άλλων προηγμένων χαρακτηριστικών ασφαλείας πρέπει να εφαρμοστεί, αρχικά, μόνο στα βαρέα επαγγελματικά οχήματα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μπροστά
    • εμπρός
    • προοδεύω
    • περνώ
    • μεταφέρω
    • avancer
    • προπορεύομαι
    • εξακολουθώ
    • κρατώ
    • προηγούμαι
    • αναπτύσσομαι
    • βαστώ
    • εξέχω
    • εξελίσσομαι
    • προωθούμαι
    • συνεχίζομαι
    • διαρκώ
    • σημειώνω πρόοδο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " avancer " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "avancer" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "avancer" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη