Μετάφραση του "avantage" σε Ελληνικά
Οι πλεονέκτημα, ωφέλεια, όφελος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "avantage" σε Ελληνικά.
Quelque chose qui rend les chances de succès plus grandes que pour les autres. [..]
-
πλεονέκτημα
noun neuterUtilité, profit, faveur, bénéfice.|1 [..]
Chacun des accords en question procure des avantages aux utilisateurs.
Καθεμία από τις εν λόγω συμφωνίες παρουσιάζει πλεονεκτήματα για τους χρήστες.
-
ωφέλεια
noun feminineLe montant total des avantages a été estimé au triple du coût du programme.
Η συνολική ωφέλεια υπολογίστηκε ως τριπλάσια του κόστους του προγράμματος.
-
όφελος
noun neuterLes restaurants, les soins aux enfants et aux personnes âgées en tireraient également avantage.
Τα εστιατόρια, η κοινωνική προστασία της παιδικής ηλικίας καθώς επίσης και της τρίτης ηλικίας θα έχουν επίσης όφελος.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- προτέρημα
- αβαντάζ
- κέρδος
- προνόμιο
- υπεροχή
- προσόν
- άνεση
- ευκολία
- πλεονέκτημα εκκίνησης
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " avantage " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "avantage" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
πλεονέκτημα του χρήστη
-
σχετικό πλεονέκτημα
-
μόχλευση
-
πλεονέκτημα
-
πρόσθετες απολαβές
-
ανάλυση κινδύνου-οφέλους
-
πλεονέκτημα