Μετάφραση του "aviateur" σε Ελληνικά

Οι αεροπόρος, πιλότος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "aviateur" σε Ελληνικά.

aviateur noun masculine γραμματική

Personne qui est aux commandes d'un avion.

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αεροπόρος

    noun m-f

    Aucun d'eux n'est aviateur.

    Κανένας από αυτούς δεν είναι αεροπόρος του Ναυτικού.

  • πιλότος

    noun masculine

    Personne qui est aux commandes d'un avion.

    Même votre merveilleux aviateur ne peut tenir une telle promesse.

    Ακόμα κι ο θαυμάσιος πιλότος σου δεν μπορεί να κρατήσει τέτοια υπόσχεση.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " aviateur " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "aviateur"

Φράσεις παρόμοιες με "aviateur" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "aviateur" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη