Μετάφραση του "avorter" σε Ελληνικά
Οι αποβάλλω, αποτυγχάνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "avorter" σε Ελληνικά.
avorter
verb
γραμματική
Mettre fin, volontairement ou non, à une grossesse avant son terme.
-
αποβάλλω
verb -
αποτυγχάνω
verbLes raisons pour lesquelles cette transaction a avorté n'ont toutefois jamais été dévoilées.
Εντούτοις δεν δόθηκαν εξηγήσεις για αυτήν την αποτυχημένη συναλλαγή.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " avorter " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "avorter" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ανεπιτυχής
-
διακόπτω
-
διακόπτω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη