Μετάφραση του "babeurre" σε Ελληνικά
Το βουτυρόγαλα είναι η μετάφραση του "babeurre" σε Ελληνικά.
babeurre
noun
masculine
γραμματική
Liquide aigre restant après que le beurre ait été séparé de la crème.
-
βουτυρόγαλα
noun neuterLiqueur.
La Commission devrait revoir les méthodes de contrôle pour empêcher tout ajout de lactosérum au babeurre.
Η Επιτροπή θα πρέπει να επανεκτιμήσει τους ελέγχους ώστε να αποκλειστεί η προσθήκη ορού γάλακτος στο βουτυρόγαλα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " babeurre " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "babeurre"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη