Μετάφραση του "bail" σε Ελληνικά

Οι εκμίσθωση, μισθωτήριο, μίσθωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bail" σε Ελληνικά.

bail noun masculine γραμματική

Un contrat accordant l'utilisation ou l'occupation de biens pendant une période donnée en échange d'un loyer stipulé.

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εκμίσθωση

    noun feminine

    Montant reçu pour les quotas ou autres droits donnés en crédit-bail ou en location.

    Ποσό που εισπράχθηκε από την παροχή με χρηματοδοτική εκμίσθωση ή απλή εκμίσθωση ποσοστώσεων ή άλλων δικαιωμάτων.

  • μισθωτήριο

    Ils ne vont pas reprendre le bail avant le printemps.

    Δεν πρόκειται να πάρουν το μισθωτήριο μέχρι την άνοιξη.

  • μίσθωση

    noun feminine

    Société immobilière, titulaire d’un actif unique pour le crédit-bail commercial.

    Εταιρεία ακινήτων, ιδιοκτήτης ενός μοναδικού περιουσιακού στοιχείου για μίσθωση.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • λίστα
    • σταύρωση
    • νοικιασμένο
    • εκμισθώνω
    • σύμβαση μίσθωσης
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bail " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "bail" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • διάρκεια ισχύος του μισθωτηρίου
  • νοικιασμένο · χρηματοδοτική μίσθωση
  • σύμβαση αγρομίσθωσης
  • εμπορικό μισθωτήριο
  • Μίσθωση · εκμίσθωση · μίσθωση · μισθωτήριο · σύμβαση μίσθωσης
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bail" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη