Μετάφραση του "bandage" σε Ελληνικά
Οι επίδεσμος, επιδένω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bandage" σε Ελληνικά.
bandage
noun
masculine
γραμματική
Matériel thérapeutique utilisé pour couvrir une blessure.
-
επίδεσμος
noun masculineQue le bandage a dû empêcher le sang de Gloria de pénétrer.
Είπε ότι ο επίδεσμος πιθανόν κράτησε το αίμα της Γκλόρια μακριά απ'την πληγή.
-
επιδένω
verb
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " bandage " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "bandage"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη