Μετάφραση του "baril" σε Ελληνικά
Το βαρέλι είναι η μετάφραση του "baril" σε Ελληνικά.
baril
noun
masculine
γραμματική
Unité de volume utilisée pour mesurer le pétrole brut et ses dérivés, et équivalent à 42 gallons américains (158,9873 litres).
-
βαρέλι
noun neuterμονάδα όγκου
Mais accroche toi, parce que le prochain baril va coûter cher.
Αλλά προετοιμάσου, γιατί το επόμενο βαρέλι θα κοστίσει πολλά.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " baril " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη