Μετάφραση του "basilic" σε Ελληνικά
Οι βασιλικός, βασιλίσκος, ώκιμον είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "basilic" σε Ελληνικά.
basilic
noun
masculine
γραμματική
Une plante annuelle (Ocimum basilicum) de la famille des Lamiaceae (ou Labiate), cultivée comme une herbe et utilisée dans la cuisine pour ajouter du goût. [..]
-
βασιλικός
noun masculineφυτό
Mais surtout du basilic.
Αλλά κυρίως ο βασιλικός.
-
βασιλίσκος
masculineTu as détruit le Journal de Jedusor avec un crochet de basilic.
Κατέστρεψες το ημερολόγιο τού Τομ Ριντλ... με το δόντι τού βασιλίσκου, έτσι;
-
ώκιμον
neuter
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- Βασιλικός
- Βασιλίσκος
- δράκων
- ο βασιλικός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " basilic " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "basilic"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη