Μετάφραση του "basmati" σε Ελληνικά

Το μπασμάτι είναι η μετάφραση του "basmati" σε Ελληνικά.

basmati noun masculine

Variété de riz à grain long, cultivée en Inde et au Pakistan, et se distinguant par sa saveur.

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μπασμάτι

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " basmati " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "basmati" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη