Μετάφραση του "bimensuel" σε Ελληνικά

Οι δεκαπενθήμερος, διμηνιαίος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bimensuel" σε Ελληνικά.

bimensuel adjective noun masculine γραμματική

Qui se produit deux fois par mois. [..]

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • δεκαπενθήμερος

    adjective
  • διμηνιαίος

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bimensuel " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bimensuel" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη