Μετάφραση του "biocarburant" σε Ελληνικά

Οι βιοκαύσιμο, Βιοκαύσιμο, βιογενές καύσιμο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "biocarburant" σε Ελληνικά.

biocarburant noun

Combustible gazeux, liquide ou solide avec un contenu énergétique d'origine biologique.

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • βιοκαύσιμο

    noun neuter

    Donnie allait faire des millions en transformant les déchets agricoles en biocarburant et en le vendant au gouvernement.

    Θα έβγαζε εκατομμύρια μετατρέποντας τα απόβλητα της φάρμας σε βιοκαύσιμο και πουλώντας το στην κυβέρνηση.

  • Βιοκαύσιμο

    Donnie allait faire des millions en transformant les déchets agricoles en biocarburant et en le vendant au gouvernement.

    Θα έβγαζε εκατομμύρια μετατρέποντας τα απόβλητα της φάρμας σε βιοκαύσιμο και πουλώντας το στην κυβέρνηση.

  • βιογενές καύσιμο

    carburant vert [..]

  • Βιοκαύσιμα

    Pour être éligible, une bioraffinerie doit avoir une production constituée majoritairement de biocarburants avancés.

    Το μεγαλύτερος μέρος της επιλέξιμης παραγωγής του βιοδιυλιστηρίου πρέπει να είναι προηγμένα βιοκαύσιμα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " biocarburant " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "biocarburant"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "biocarburant" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη