Μετάφραση του "blindage" σε Ελληνικά

Οι θωράκιση, θωρακίζω, οπλισμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "blindage" σε Ελληνικά.

blindage noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • θωράκιση

    noun feminine

    Un produit qu'on trouve dans tous les blindages.

    Είναι ένα υλικό που χρησιμοποιείται για θωράκιση όπλων και στολών.

  • θωρακίζω

    verb
  • οπλισμός

    noun masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " blindage " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "blindage" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "blindage" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη