Μετάφραση του "boiteuse" σε Ελληνικά
Οι ανάπηρος, κουτσός, χωλός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "boiteuse" σε Ελληνικά.
boiteuse
adjective
-
ανάπηρος
nounToi mec, le boiteux, tu es mon frère
Εσύ είσαι, ο ανάπηρος, αδερφός μου
-
κουτσός
adjective masculineUn jour, pendant qu’il parlait, un homme boiteux de naissance se trouvait là.
Σε μια περίπτωση, κάποιος εκ γενετής κουτσός ήταν παρών σε μια ομιλία του Παύλου.
-
χωλός
masculine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " boiteuse " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη