Μετάφραση του "bon" σε Ελληνικά
Οι καλός, αγαθός, καλό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bon" σε Ελληνικά.
bon
adjective
noun
masculine
γραμματική
Partie nutritive ou saine de quelque chose. [..]
-
καλός
noun adjective masculineCe qui est bon pour toi est bon pour moi.
Ότι είναι καλό για σένα, είναι καλό για μένα.
-
αγαθός
adjectiveQui a des qualités conformes à ce que l’on attendait|1
Si tu bon, les gens prendront avantage sur toi.
Αν είσαι αγαθός, θα σε εκμεταλλευτούν.
-
καλό
nounAyant des qualités désirées ou positives.
Ce qui est bon pour toi est bon pour moi.
Ότι είναι καλό για σένα, είναι καλό για μένα.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- νόστιμος
- καλά
- νόστιμο
- νόστιμη
- γερός
- κόσμιος
- εντάξει
- σωστό
- γευστικός
- πρώτος
- συμπαθής
- εύγευστος
- δεξιός
- δοκιμαστικό δείγμα
- πολύ καλός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " bon " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "bon" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
γιαγιά
-
καλημέρα
-
καλός
-
Έχει ένα καλό έργο στις τέσσερις
-
αίτηση
-
υγιεινός
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη