Μετάφραση του "bonnet" σε Ελληνικά

Οι κούπα, κάλυμμα, σκούφος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bonnet" σε Ελληνικά.

bonnet noun masculine γραμματική

Coiffure [..]

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κούπα

    noun feminine

    C'est ce qu'on appelle " un bonnet D ".

    Αυτό κι αν είναι κούπα, φίλε μου.

  • κάλυμμα

    noun neuter

    – – – Bérets, bonnets, calottes, fez, chéchias et coiffures similaires

    – – – Μπερέ, μπονέ (σκούφιες γυναικών ή ανδρών), φέσια κάθε είδους και παρόμοια καλύμματα κεφαλής

  • σκούφος

    noun masculine

    ρούχο

    Ce bonnet ne convient-il pas pour un jour de semaine?

    Αυτός ο σκούφος είναι ακατάλληλος για εργάσιμη μέρα;

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κύαθος
    • φλιτζανιά
    • φλιτζάνι
    • κύπελλο
    • μπερές
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bonnet " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "bonnet"

Φράσεις παρόμοιες με "bonnet" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bonnet" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη