Μετάφραση του "booster" σε Ελληνικά
Οι ενισχύω, ενίσχυση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "booster" σε Ελληνικά.
booster
noun
masculine
-
ενισχύω
Verb verbTrouvez un moyen de booster ce canon spatial.
Βρήκαν τρόπο να ενισχύσουν τα διαστημικά τους όπλα.
-
ενίσχυση
feminineEn pleine élection, pour booster les ventes du Herald.
... συσχετισμένος με τις εκλογές για ενίσχυση κυκλοφορίας της Χέραλντ.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " booster " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη