Μετάφραση του "bordure" σε Ελληνικά

Οι παρυφή, περίγραμμα, άκρη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bordure" σε Ελληνικά.

bordure noun feminine γραμματική

Bord surélevé le long d'une rue. [..]

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • παρυφή

    noun

    La ligne divisant deux régions politiques ou géographiques.

  • περίγραμμα

    Le texte entier doit être entouré d'une bordure et figurer sur un fond de couleur contrastée.

    Όλο το κείμενο πρέπει να βρίσκεται εντός περιγράμματος και σε φόντο με χρωματική αντίθεση.

  • άκρη

    noun feminine

    Les passagers doivent s'éloigner de la bordure du quai.

    Παρακαλούνται οι επιβάτες να σταθούν πίσω από την άκρη της πλατφόρμας.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • άκρο
    • σύνορο
    • μεθόριος
    • ανάχωμα
    • περιθώριο
    • κράσπεδο
    • πεζοδρόμιο
    • περίγυρος
    • κράσπεδο πεζοδρόμιο
    • σχέδιο σε άκρο ρούχου
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bordure " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "bordure"

Φράσεις παρόμοιες με "bordure" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bordure" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη