Μετάφραση του "boson" σε Ελληνικά
Το μποζόνιο είναι η μετάφραση του "boson" σε Ελληνικά.
boson
noun
masculine
γραμματική
Particule subatomique vérifiant la statistique de Bose–Einstein.
-
μποζόνιο
noun neuterParticule subatomique vérifiant la statistique de Bose–Einstein.
Cette particule, c'est le boson qui avance dans le temps.
Λοιπόν, αυτό εδώ το σωματίδιο, είναι το μποζόνιο, που κινείται στο χρόνο.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " boson " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "boson" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Μποζόνιο Χιγκς
-
φορείς αλληλεπιδράσεων
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη