Μετάφραση του "bot" σε Ελληνικά

Οι μποτ, Διαδικτυακό ρομπότ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bot" σε Ελληνικά.

bot

Programme informatique automatisé qui exécute certaines commandes quand il reçoit une entrée spécifique.

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μποτ

    noun neuter

    On t'entend toujours parler, E-bot.

    Ακόμα σε ακούμε που μιλάς, Ε-μποτ.

  • Διαδικτυακό ρομπότ

    agent logiciel automatique ou semi-automatique

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bot " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "bot" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bot" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη