Μετάφραση του "bouc" σε Ελληνικά

Οι τράγος, μούσι, κατσίκα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bouc" σε Ελληνικά.

bouc noun masculine γραμματική

Mâle de la chèvre [..]

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • τράγος

    noun masculine

    Mâle de la chèvre [..]

    Certains cherchent encore un bouc émissaire pour les difficultés actuelles.

    Στις τρέχουσες δυσκολίες, μερικοί εξακολουθούν να αναζητούν αποδιοπομπαίους τράγους.

  • μούσι

    neuter

    Barbiche

    Matez le jaune au bouc, qui nous agite son sale argent sous le nez.

    Ρίξε μια ματιά στον απεργοσπάστη με το μούσι που επιδεικνύεται.

  • κατσίκα

    noun feminine

    Et un bouc qui chie dans la camionnette de ton pote.

    Και μια κατσίκα να χέζει μήλα στο πίσω μέρος του βαν.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • γίδα
    • μουσάκι
    • τραγί
    • υπογένειο
    • αίγα
    • γίδι
    • αρσενικό ελάφι
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bouc " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "bouc"

Φράσεις παρόμοιες με "bouc" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αποδιοπομπαίος τράγος · εξιλαστήριο θύμα
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bouc" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη