Μετάφραση του "bouchons" σε Ελληνικά
Το κυκλοφοριακή συμφόρηση είναι η μετάφραση του "bouchons" σε Ελληνικά.
bouchons
verb
Grand nombre de véhicules sur un chemin tellement obstrué qu'il est à peine possible de se déplacer.
-
κυκλοφοριακή συμφόρηση
embouteillages [..]
Quand l’un d’eux apparaît, les automobilistes s’arrêtent brusquement, et des bouchons se forment en pleine nature.
Όταν εμφανιστεί κάποιο ζώο, τα αυτοκίνητα σταματούν ξαφνικά, και δημιουργείται κυκλοφοριακή συμφόρηση σε απίθανα σημεία.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " bouchons " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "bouchons" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
τσιγκέλι
-
τεχνητή αναπνοή στόμα-με-στόμα · το φιλί της ζωής
-
Στόμα · στοματική κοιλότητα · στόμα · στόμιο
-
από στόμα σε στόμα · ράδιο αρβύλα
-
κρεοπώλισσα · χασάπης
-
από στόμα σε στόμα · ράδιο αρβύλα
-
ράδιο αρβύλα
-
ωτασπίδα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη