Μετάφραση του "bouilli" σε Ελληνικά
Οι βραστό, βρασμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bouilli" σε Ελληνικά.
bouilli
verb
noun
masculine
γραμματική
-
βραστό
noun neuterOwen aimait la sauce au persil avec du jambon bouilli, c'est ce qu'il préférait.
Στον Όουεν άρεσε η σάλτσα μαϊντανού με βραστό χοιρινό, ήταν το αγαπημένο του.
-
βρασμένος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " bouilli " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "bouilli" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
εξαντλημένος
-
άκρη · άκρο · αιχμή · ακμή · επιφάνεια · κατάληξη · κομμάτι · κορυφή · λήξη · μέρος · μεσουράνημα · πέρας · συμπέρασμα · τέλος · τέρμα
-
είναι στα όρια τους
-
ακροδάχτυλο
-
χυλός
-
ανάβω · αρπάζομαι · βράζω · βράσει · βρασμός · γίνομαι μπαρούτι · εξάπτομαι · ερεθίζομαι · σημείο βρασμού · σημείο ζέσεως
-
σέρνω από τη μύτη · σέρνω κάποιον από τη μύτη · τραβώ από τη μύτη · τραβώ κάποιον από τη μύτη
-
σέρνω κάποιον από τη μύτη · τραβώ κάποιον από τη μύτη
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη