Μετάφραση του "boulanger" σε Ελληνικά

Οι αρτοποιός, φούρναρης, αρτοπώλης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "boulanger" σε Ελληνικά.

boulanger verb noun masculine γραμματική

Personne dont le métier est de fabriquer le pain. [..]

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αρτοποιός

    noun masculine

    spécialiste de la fabrication de pain et de la viennoiserie [..]

    Ucar travaillait en qualité de boulanger salarié depuis le mois de mai 2000.

    Ucar εργαζόταν –από τον Μάιο του 2000– ως αρτοποιός με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας.

  • φούρναρης

    noun masculine

    Personne dont le métier est de fabriquer le pain.

    Nerveux comme tout boucher, boulanger et fabricant de chandelier.

    Ήταν νευρικός όπως κάθε χασάπης, φούρναρης, κηροποιός στην πόλη.

  • αρτοπώλης

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " boulanger " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Boulanger
+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ψωμάς

Εικόνες με "boulanger"

Φράσεις παρόμοιες με "boulanger" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αρτοποιός · φουρνάρισσα · φούρναρης
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "boulanger" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη