Μετάφραση του "boycott" σε Ελληνικά

Οι μποϊκοτάζ, Μποϊκοτάζ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "boycott" σε Ελληνικά.

boycott noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μποϊκοτάζ

    noun neuter

    Et parce que vous utilisez du raisins israéliens, votre vin est sur sa liste du boycott.

    Και από τη στιγμή που χρησιμοποιείτε ισραηλινά σταφύλια, το κρασί σας υπόκειται σε μποϊκοτάζ.

  • Μποϊκοτάζ

    refus systématique d'acheter ou d'utiliser la production d'une personne, entreprise ou nation, ou même d'avoir à faire avec elle

    Et parce que vous utilisez du raisins israéliens, votre vin est sur sa liste du boycott.

    Και από τη στιγμή που χρησιμοποιείτε ισραηλινά σταφύλια, το κρασί σας υπόκειται σε μποϊκοτάζ.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " boycott " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "boycott" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη