Μετάφραση του "bulgare" σε Ελληνικά

Οι βουλγαρικά, Βουλγαρικά, βουλγαρικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bulgare" σε Ελληνικά.

bulgare adjective noun masculine γραμματική

De ou relatif à la Bulgarie, aux habitants de la Bulgarie ou à leur langue. [..]

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • βουλγαρικά

    proper noun neuter

    Νοτιοσλαβική γλώσσα που μιλιέται κυρίως από το λαό της Βουλγαρίας.

    Objet: Situation intolérable dans des institutions bulgares pour enfants handicapés

    Θέμα: Απαράδεκτη κατάσταση σε βουλγαρικά ιδρύματα υποδοχής παιδιών με αναπηρίες

  • Βουλγαρικά

    noun

    Objet: Situation intolérable dans des institutions bulgares pour enfants handicapés

    Θέμα: Απαράδεκτη κατάσταση σε βουλγαρικά ιδρύματα υποδοχής παιδιών με αναπηρίες

  • βουλγαρικός

    adjective

    Που αφορά τη Βουλγαρία, το λαό της Βουλγαρίας ή τη γλώσσα του.

    10 Loi sur les marques et les indications géographiques (ci–après la « loi bulgare sur les marques »).

    10 Βουλγαρικός νόμος περί σημάτων και γεωγραφικών ενδείξεων (στο εξής: βουλγαρικός νόμος περί σημάτων).

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • βουλγάρικος
    • βουλγάρικα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bulgare " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Bulgare noun masculine γραμματική

Femme de Bulgarie. [..]

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Βούλγαρος

    noun masculine

    Personne de nationalité bulgare.

    Comme on vous l'a dit, je suis Bulgare.

    Όπως σας είπαν, είμαι Βούλγαρος.

  • Βουλγάρα

    noun feminine

    J'ai peur que la petite bulgare me la prenne.

    Φοβάμαι ότι η μικρή Βουλγάρα θα την πάρει.

Φράσεις παρόμοιες με "bulgare" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bulgare" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη