Μετάφραση του "cajou" σε Ελληνικά

Οι Ανακάρδια, ανακάρδιο, φιστίκι κάσιους είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "cajou" σε Ελληνικά.

cajou noun masculine γραμματική

Petit arbre à feuilles persistantes (Anacardium occidentale) que l'on cultive pour ses noix de cajou et ses pommes de cajou.

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ανακάρδια

    noun
  • ανακάρδιο

    neuter
  • φιστίκι κάσιους

    noun
  • φυστικιά κάσιους

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " cajou " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "cajou"

Φράσεις παρόμοιες με "cajou" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "cajou" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη