Μετάφραση του "calculer" σε Ελληνικά
Οι υπολογίζω, λογαριάζω, μετρώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "calculer" σε Ελληνικά.
calculer
verb
γραμματική
Faire un calcul mathématique.
-
υπολογίζω
verbCe dernier est calculé conformément aux règles nationales en vigueur.
Το τελευταίο υπολογίζεται σύμφωνα με τους ισχύοντες εθνικούς κανόνες.
-
λογαριάζω
verbBien, ils auront besoin de quelqu'un au poste de commandes pour calculer et adapter.
Κάποιος θα πρέπει να είναι στα χειριστήρια να λογαριάζει και να προσαρμόζει ανάλογα.
-
μετρώ
verbNotre Terre ne calcule le temps qu' en milliards d' années
Η Γη μετρά τον χρόνο σε δισεκατομμύρια έτη
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- προβλέπω
- σταθμίζω
- εκτιμώ
- βασίζομαι
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " calculer " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "calculer"
Φράσεις παρόμοιες με "calculer" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
υπολογιζόμενη τιμή · υπολογιζόμενο μετρικό
-
Υπολογιζόμενα μετρικά
-
στοιχείο ελέγχου υπολογισμού
-
με βάση λεπτά
-
υπολογιζόμενη στήλη
-
πεδίο υπολογισμού
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη