Μετάφραση του "calibrage" σε Ελληνικά

Οι βαθμονόμηση, διαμέτρηση, διαστασιοδότηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "calibrage" σε Ελληνικά.

calibrage noun masculine γραμματική

Action de fixer la cross-section de composantes structurelles selon la force statique et matérielle.

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • βαθμονόμηση

    noun feminine

    Les capteurs doivent être faciles d'accès afin de permettre régulièrement les calibrages, entretiens et contrôles de sécurité.

    Οι αισθητήρες είναι εύκολα προσβάσιμοι ώστε να επιτρέπουν τακτική βαθμονόμηση, συντήρηση και ελέγχους ασφαλείας.

  • διαμέτρηση

    feminine

    des ouvraisons mécaniques telles que le perçage ou le calibrage.

    μηχανικές κατεργασίες, όπως είναι η διάτρηση ή η διαμέτρηση.

  • διαστασιοδότηση

    Action de fixer la cross-section de composantes structurelles selon la force statique et matérielle.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κολλάρισμα
    • διακρίβωση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " calibrage " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "calibrage" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη