Μετάφραση του "caprin" σε Ελληνικά
Οι αιγοειδή, κατσίκα, κατσικίσιος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "caprin" σε Ελληνικά.
caprin
adjective
noun
masculine
γραμματική
-
αιγοειδή
A. Matières non transformées issues d'animaux des espèces bovine, ovine, caprine, porcine et équine
A. Μη επεξεργασμένο υλικό από βοοειδή, προβατοειδή, αιγοειδή, χοιροειδή και ιπποειδή
-
κατσίκα
noun feminine -
κατσικίσιος
adjective
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " caprin " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "caprin"
Φράσεις παρόμοιες με "caprin" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αίγειο κρέας
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη