Μετάφραση του "carence" σε Ελληνικά
Οι έλλειψη, ανεπάρκεια, αδυναμία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "carence" σε Ελληνικά.
carence
noun
verb
feminine
γραμματική
Absence de ce qui est nécessaire.
-
έλλειψη
noun feminineJ'étais seulement en carence de sel car je suis très forte pour l'absorber.
Βλέπετε, είχα έλλειψη στο αλάτι γιατί είμαι πολύ καλή στην απορρόφηση του.
-
ανεπάρκεια
noun feminineCette carence affecte considérablement les possibilités de vérification de la Cour.
Αυτή η ανεπάρκεια παραβλάπτει αισθητά τις δυνατότητες εξέλεγξης του Συνεδρίου.
-
αδυναμία
noun feminineCette impression de perte, de carence, qui brûle dans ton âme.
Αυτός ο όλεθρος... αυτή η αδυναμία που καίει μες στη ψυχή σου.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- απουσία
- ανυπαρξία
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " carence " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "carence" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Χαλκοπενία
-
έλλειψη σιδήρου
-
προσφυγή επί παραλείψει
-
Έχει έλλειψη σιδηρου
-
έλλειψη σιδήρου
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη