Μετάφραση του "carence" σε Ελληνικά

Οι έλλειψη, ανεπάρκεια, αδυναμία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "carence" σε Ελληνικά.

carence noun verb feminine γραμματική

Absence de ce qui est nécessaire.

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • έλλειψη

    noun feminine

    J'étais seulement en carence de sel car je suis très forte pour l'absorber.

    Βλέπετε, είχα έλλειψη στο αλάτι γιατί είμαι πολύ καλή στην απορρόφηση του.

  • ανεπάρκεια

    noun feminine

    Cette carence affecte considérablement les possibilités de vérification de la Cour.

    Αυτή η ανεπάρκεια παραβλάπτει αισθητά τις δυνατότητες εξέλεγξης του Συνεδρίου.

  • αδυναμία

    noun feminine

    Cette impression de perte, de carence, qui brûle dans ton âme.

    Αυτός ο όλεθρος... αυτή η αδυναμία που καίει μες στη ψυχή σου.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • απουσία
    • ανυπαρξία
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " carence " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "carence" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "carence" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη