Μετάφραση του "cartographe" σε Ελληνικά
Το χαρτογράφος είναι η μετάφραση του "cartographe" σε Ελληνικά.
cartographe
noun
masculine
γραμματική
-
χαρτογράφος
noun masculinecréateur de cartes géographiques
Cet appareil là est appelé le cartographe numérique de parois
Αυτό το επινόημα που βλέπετε ακριβώς εδώ ονομάζοταν ψηφιακός χαρτογράφος τοίχου —
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " cartographe " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη