Μετάφραση του "caution" σε Ελληνικά

Οι εγγύηση, εγγυητής, ενέχυρο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "caution" σε Ελληνικά.

caution noun feminine γραμματική

Somme d'argent payée comme sécurité ou garantie.

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εγγύηση

    noun feminine

    La caution bancaire est irrévocable avant l’aboutissement de la procédure judiciaire.

    Η τραπεζική εγγύηση είναι αμετάκλητη έως την ολοκλήρωση της δικαστικής διαδικασίας.

  • εγγυητής

    masculine

    Aucun intérêt supplémentaire n'est versé par la caution pendant cette période.

    Ο εγγυητής δεν καταβάλλει συμπληρωματικούς τόκους κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής.

  • ενέχυρο

    noun neuter

    Laissez - nous simplement votre chemise en caution.

    Αφ ήστε μόνο το μάτι σας για ενέχυρο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " caution " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "caution" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη