Μετάφραση του "censeur" σε Ελληνικά
Το λογοκριτής είναι η μετάφραση του "censeur" σε Ελληνικά.
censeur
noun
masculine
γραμματική
Personne qui corrige sans cesse les autres.
-
λογοκριτής
noun masculineVous êtes mon chef d'état-major. Pas mon censeur.
Γουόλτερ, είσαι ο επιτελάρχης μου και όχι ο λογοκριτής του Αρχηγείου.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " censeur " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη