Μετάφραση του "centrale" σε Ελληνικά

Οι κεντρικός, εργοστάσιο παραγωγής ισχύος, σταθμός ηλεκτροπαραγωγής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "centrale" σε Ελληνικά.

centrale adjective noun feminine γραμματική

centrale (électrique)

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κεντρικός

    adjective

    L'Allemagne est située en Europe centrale.

    Η Γερμανία είναι στην Κεντρική Ευρώπη.

  • εργοστάσιο παραγωγής ισχύος

    noun

    Est-il vrai que la centrale photovoltaïque devrait supplanter la centrale solaire?

    Αληθεύουν οι πληροφορίες, ότι το ηλιοθερμικό εργοστάσιο παραγωγής ισχύος θα καθυστερήσει προς όφελος του φωτοβολταϊκού;

  • σταθμός ηλεκτροπαραγωγής

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " centrale " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "centrale"

Φράσεις παρόμοιες με "centrale" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "centrale" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη