Μετάφραση του "chômage" σε Ελληνικά

Οι ανεργία, άνεργος, απασχόληση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "chômage" σε Ελληνικά.

chômage noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανεργία

    noun feminine

    Arrêt volontaire ou forcé du travail.

    La croissance économique seule est un indicateur insuffisant pour prévenir ou vaincre le chômage.

    H οικονομική ανάπτυξη, μονάχα, είναι ανεπαρκής δείκτης για να αντιμετωπίσει, ή για την ακρίβεια να μειώσει, την ανεργία.

  • άνεργος

    adjective masculine

    Voilà de quoi passer le temps pendant que vous serez au chômage.

    Τέλος πάντων, κάτι που θα σε βοηθήσει να περάσεις την ώρα σου ως άνεργος.

  • απασχόληση

    noun feminine

    L'action locale pour l'emploi n'est certainement pas la solution unique au problème du chômage.

    Η τοπική δραστηριοποίηση για την απασχόληση δεν είναι ασφαλώς ο μοναδικός τρόπος επίλυσης του προβλήματος της ανεργίας.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • Ανεργία
    • άνεργη
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " chômage " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "chômage" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "chômage" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη