Μετάφραση του "chancelier" σε Ελληνικά
Οι καγκελάριος, Καγκελάριος, πρωτοσύγκελλος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "chancelier" σε Ελληνικά.
chancelier
noun
masculine
γραμματική
Personne qui est à la tête du gouvernement en Allemagne ou en Autriche. [..]
-
καγκελάριος
noun masculineLe conseil veut que tu l' informes des agissements du chancelier
Το συμβούλιο θέλει να δίνεις αναφορά για ότι κάνει ο καγκελάριος
-
Καγκελάριος
ηγέτης ενός πανεπιστημίου ή κολεγίου [..]
Tôt ou tard, le chancelier découvrira ma supercherie.
Είναι μόνο θέμα χρόνου πριν ο Καγκελάριος ανακαλύψει την απάτη μου.
-
πρωτοσύγκελλος
noun -
γραμματέας
nounLe chancelier va te raccompagner dans ta chambre.
Να σε ακολουθήσει ο Γραμματέας μέχρι το δωμάτιο.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " chancelier " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "chancelier" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Κατάλογος Καγκελαρίων της Γερμανίας
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη