Μετάφραση του "charisme" σε Ελληνικά
Οι χάρισμα, έλξη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "charisme" σε Ελληνικά.
charisme
noun
masculine
γραμματική
aura indéfinissable
-
χάρισμα
noun neuterAura indéfinissable|1
Je n'ai plus de charisme et toi non plus.
Δεν διαθέτω πλέον το χάρισμα, ούτε κι εσύ.
-
έλξη
noun feminineQuelque chose me dit que ton charisme animal va t'être très utile.
Υποθέτουμε, ότι εδώ είναι που αυτή η φυσική ζωώδης έλξη σου, θα σου φανεί χρήσιμη.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " charisme " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη