Μετάφραση του "chasse" σε Ελληνικά

Οι κυνήγι, θήρα, θήρευση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "chasse" σε Ελληνικά.

chasse noun verb feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κυνήγι

    noun neuter

    Action de poursuivre pour capturer ou tuer|1

    Mary Stuart, tu n'iras pas chasser dans les bois pendant quelques jours.

    Mαίρη Στούαρτ, δεν θα πας για κυνήγι στο δάσος για λίγες μέρες.

  • θήρα

    noun feminine

    Une surveillance de la chasse par des tiers est possible, avec un minimum de barrières administratives ou logistiques.

    Η παρακολούθηση της θήρας από τρίτους είναι δυνατή, με ελάχιστους διοικητικούς ή υλικοτεχνικούς φραγμούς.

  • θήρευση

    La chasse est interdite sans autorisation des autorités nationales compétentes.

    Για τη θήρευση απαιτείται άδεια από την αρμόδια κρατική αρχή.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αναζήτηση
    • ανθρωποκυνηγητό
    • κυνηγάω
    • άγρα
    • Κυνήγι
    • θηρεύω
    • κυνηγώ
    • ψάξιμο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " chasse " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "chasse"

Φράσεις παρόμοιες με "chasse" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "chasse" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη