Μετάφραση του "choc" σε Ελληνικά

Οι σοκ, κρούση, σύγκρουση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "choc" σε Ελληνικά.

choc noun masculine γραμματική

Impact souvent violent d'un corps avec un autre.

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • σοκ

    noun neuter

    C'est un processus progressif plutôt qu'un big bang ou un choc soudain.

    Πρόκειται για μια σταδιακή διαδικασία, και όχι για μια μεγάλη έκρηξη ή ένα ξαφνικό σοκ.

  • κρούση

    noun feminine

    Les citernes construites selon les exigences suivantes sont considérées avoir les performances minimales de tenue au choc.

    Δοχεία κατασκευασμένα σύμφωνα με τις απαιτήσεις που ακολουθούν θεωρείται ότι πληρούν την ελάχιστη επίδοση σε κρούση.

  • σύγκρουση

    noun feminine

    La partie où le choc et le déplacement du véhicule heurté ont lieu doit être horizontale.

    Το τμήμα του οχήματος που υπόκειται σε σύγκρουση και μετατόπιση πρέπει να είναι οριζόντιο.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κλονισμός
    • ξάφνιασμα
    • κραδασμός
    • σάστισμα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " choc " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "choc" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "choc" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη