Μετάφραση του "chronique" σε Ελληνικά
Οι χρονικός, χρόνιος, χρονικό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "chronique" σε Ελληνικά.
chronique
adjective
noun
masculine
feminine
γραμματική
chronique(maladie)
-
χρονικός
adjectiveNous sommes tous contrariés par cette chronique sur notre famille.
Νιώθουμε όλοι άβολα με την ιδέα να γίνει ένα χρονικό της οικογένειάς μας.
-
χρόνιος
adjectiveJe n’ai pas souffert de sévices, de maladie chronique ou de dépendance.
Δεν χρειάστηκε να υπομείνω κακομεταχείριση, χρόνια ασθένεια ή εθισμό.
-
χρονικό
noun neuterNous sommes tous contrariés par cette chronique sur notre famille.
Νιώθουμε όλοι άβολα με την ιδέα να γίνει ένα χρονικό της οικογένειάς μας.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- είδηση
- ανταπόκριση
- Χρονικά
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " chronique " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "chronique" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
χρόνια ατροφική ρινίτιδα
-
χρόνια ρινίτιδα
-
χρόνια νόσος
-
Σύνδρομο της χρόνιας κοπώσεως
-
Παραλειπομένων
-
είμαι στο επίκεντρο τής επικαιρότητας
-
Χρόνια νεφρική ανεπάρκεια
-
κολίτιδα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη