Μετάφραση του "clou" σε Ελληνικά

Οι καρφί, ήλος, Καρφί είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "clou" σε Ελληνικά.

clou noun masculine γραμματική

Petite tige de métal (1) [..]

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • καρφί

    noun neuter

    αιχμηρό κομμάτι μετάλλου [..]

    Tant que le soleil n'est pas au clou, on ne sort pas.

    Δε φεύγει κανείς πριν πάει ο ήλιος στο καρφί.

  • ήλος

    Tige rigide, courte et pointue|1

  • Καρφί

    pièce métallique de forme allongée servant à fixer deux objets l'un à l’autre

    Tant que le soleil n'est pas au clou, on ne sort pas.

    Δε φεύγει κανείς πριν πάει ο ήλιος στο καρφί.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • νύχι
    • ανακαλύπτω
    • κάνω με κλειστά μάτια
    • μονάδα μήκους
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " clou " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "clou"

Φράσεις παρόμοιες με "clou" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ενεχυριάζω
  • γαρίφαλα · γαρίφαλο · γαρύφαλλο · γαρύφαλο · καρυόφυλλο · μοσχοκάρφι
  • γαρίφαλα · γαρίφαλο · γαρύφαλλο · γαρύφαλο · καρυόφυλλο · μοσχοκάρφι
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "clou" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη