Μετάφραση του "coexistence" σε Ελληνικά
Το συνύπαρξη είναι η μετάφραση του "coexistence" σε Ελληνικά.
coexistence
noun
feminine
γραμματική
Entente paisible avec d'autres nations, religions, etc. malgré des désaccords fondamentaux.
-
συνύπαρξη
nounLe comité a remarqué la coexistence centenaire des produits sur les marchés.
Η επιτροπή επεσήμανε την επί αιώνες συνύπαρξη προϊόντων αυτού του είδους στις αγορές.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " coexistence " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "coexistence" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ειρηνική συνύπαρξη
-
συνύπαρξη τεχνολογιών ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη