Μετάφραση του "commencer" σε Ελληνικά

Οι αρχίζω, ξεκινώ, άρχομαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "commencer" σε Ελληνικά.

commencer verb γραμματική

Commencer une activité [..]

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αρχίζω

    verb

    Faire les premières étapes de la réalisation d'une action.

    Tom a commencé de nettoyer sa voiture.

    Ο Τομ άρχισε να πλένει τ' αμάξι του.

  • ξεκινώ

    verb

    La vie commence quand on se rend compte qui on est réellement.

    Η ζωή ξεκινά όταν συνειδητοποιήσουμε πιοι έιμαστε πραγματικά.

  • άρχομαι

    verb
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αρχή
    • εκκίνηση
    • αρχινίζω
    • αρχινώ
    • ανοίγω
    • κινώ
    • πιάνω
    • αποδύομαι
    • βάζω μπρος
    • πλεονέκτημα εκκίνησης
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " commencer " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "commencer" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "commencer" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη