Μετάφραση του "commerce" σε Ελληνικά
Οι εμπόριο, επάγγελμα, τέχνη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "commerce" σε Ελληνικά.
Un endroit, particulièrement un petit bâtiment, destiné à la vente au détail de marchandises et de services.
-
εμπόριο
noun neuterNous devons démasquer ces pays qui, par le commerce, aident et sortent d'affaire ce régime corrompu.
Πρέπει να αποκαλύψουμε τις χώρες εκείνες που βοηθούν και συντηρούν το διεφθαρμένο αυτό καθεστώς μέσω του εμπορίου.
-
επάγγελμα
noun neuterLa famille de mon épouse a exigé que j'ai un fonds de commerce.
Το όνομα της γυναίκας μου έθεσε τον όρο να έχω ένα επάγγελμα.
-
τέχνη
noun feminineSi l'art et le commerce unissent leurs forces, tout peut arriver.
Όταν ή τέχνη και η επιχειρήσεις ενώνουν δυνάμεις, όλα μπορούν να συμβούν.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- επιτήδευμα
- εμπορική δραστηριότητα
- Εμπόριο
- συναλλαγή
- πελατεία
- διάθεση
- μαγαζί
- αγοραπωλησία
- εμπορεύομαι
- συναλλάσσω
- ανταλλάσσω
- αντιπραγματισμός
- μαστοριά
- πατρονάρισμα
- αλλάζω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " commerce " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "commerce"
Φράσεις παρόμοιες με "commerce" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
εμπορικός αντιπρόσωπος
-
πολιτική αντισταθμιστικών οφελών
-
προώθηση του εμπορίου και της βιομηχανίας
-
εσωτερικό εμπόριο
-
συνεργαζόμενο εμπόριο
-
ζωεμπορία
-
Δίκαιο εμπόριο · θεμιτό εμπόριο
-
χονδρεμπόριο