Μετάφραση του "commun" σε Ελληνικά

Οι κοινός, συνήθης, συνηθισμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "commun" σε Ελληνικά.

commun adjective noun masculine γραμματική

Quelque chose d'ordinaire ou de bien connu.

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κοινός

    adjective masculine

    Vous deux avez beaucoup en commun.

    Εσείς οι δυο έχετε πολλά κοινά.

  • συνήθης

    adjective

    D’autres noms, tels que les noms usuels ou les noms communs, y figurent dans certains cas.

    Σε ορισμένες περιπτώσεις περιλαμβάνονται άλλες ονομασίες, όπως συνήθεις ή κοινές ονομασίες.

  • συνηθισμένος

    adjective masculine

    L'une est de l'argile rouge, qui est très commune en Virginie.

    Ο ένας είναι κόκκινος πηλός, που είναι πολύ συνηθισμένος στη Βιρτζίνια.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κοινόχρηστος
    • απλός
    • γενικός
    • κοινοτοπία
    • Κοινό
    • μέτριος
    • συνδεδεμένος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " commun " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "commun" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "commun" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη