Μετάφραση του "compagnie" σε Ελληνικά

Οι συντροφιά, εταιρεία, συντροφικότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "compagnie" σε Ελληνικά.

compagnie noun feminine γραμματική

compagnie (personne qui accompagne)

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • συντροφιά

    noun feminine

    Votre attention, ma bienheureuse famille royale, nous avons de la compagnie.

    Δώστε προσοχή ευλογημένη, βασιλική μου οικογένεια, έχουμε συντροφιά.

  • εταιρεία

    noun feminine

    επιχειρηματική οργάνωση, νομική οντότητα

    La compagnie est au bord de la faillite.

    Η εταιρεία είναι στο όριο της χρεωκοπίας.

  • συντροφικότητα

    noun feminine

    Parce que les Béliers ont besoin de compagnie.

    Γιατί η συντροφικότητα είναι τόσο ουσιαστική για τους ανθρώπους του'ρη.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • εταιρία
    • παρέα
    • λόχος
    • φιλία
    • θίασος
    • μονάδα
    • κομπανία
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " compagnie " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "compagnie" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "compagnie" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη