Μετάφραση του "comparativement" σε Ελληνικά

Το συγκριτικά είναι η μετάφραση του "comparativement" σε Ελληνικά.

comparativement adverb
+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • συγκριτικά

    adverb

    L'énergie de fusion dépend d'une source de combustible pratiquement inépuisable, répartie uniformément et comparativement peu coûteuse.

    Η ενέργεια σύντηξης στηρίζεται σε ένα ουσιαστικά ανεξάντλητο, ομοιόμορφα κατανεμημένο και συγκριτικά φθηνό καύσιμο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " comparativement " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "comparativement" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη