Μετάφραση του "compatriote" σε Ελληνικά
Οι συμπατριώτης, συμπατριώτισσα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "compatriote" σε Ελληνικά.
compatriote
noun
masculine
γραμματική
-
συμπατριώτης
noun masculineJe vous implore donc en tant que compatriote.
Κοιτάτε, κυρία Χάρντγουϊκ, σας εκλιπαρώ σαν ένας συμπατριώτης.
-
συμπατριώτισσα
feminineJ'ai entendu dire que je pourrais avoir le plaisir d'échanger avec un compatriote italien.
Έμαθα ότι μπορώ να έχω την χαρά να μιλήσω με μια συμπατριώτισσα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " compatriote " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη