Μετάφραση του "composante" σε Ελληνικά

Οι συστατικό, εξάρτημα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "composante" σε Ελληνικά.

composante adjective noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • συστατικό

    noun neuter

    Les impôts et cotisations payés par l'employeur constituait la composante majeure de ces coins fiscaux.

    Το σημαντικότερο συστατικό στοιχείο αυτών των φορολογικών επιβαρύνσεων ήταν οι φόροι και οι εισφορές των εργοδοτών.

  • εξάρτημα

    noun

    Nous voulons le composant du mécanisme de détonation.

    Αυτό που θέλουμε είναι ένα εξάρτημα του μηχανισμού οπλισμού.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " composante " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "composante" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "composante" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη